Διάλογος της μέσης περιόδου του Πλάτωνα (αναφερόμενος στην αρχαιότητα και ως Περί δικαίου). Πραγματεύεται τη δικαιοσύνη και την ιδανική πολιτεία, στο πλαίσιο αυτό δε αναπτύσσεται επίσης η θεωρία των Ιδεών.

Σκηνικό του διαλόγου

Η Πολιτεία έχει τη μορφή συνεχούς αφήγησης του Σωκράτη σε ένα άγνωστο πρόσωπο. Η αφηγούμενη συζήτηση έγινε την ημέρα της εορτής της Βένδιδος, στον Πειραιά, στο σπίτι του πλούσιου μέτοικου Κέφαλου. Ενεργό ρόλο στη συζήτηση με τον Σωκράτη διαδραματίζουν στο Βιβλίο Α’ ο ίδιος ο Κέφαλος, ο γιός του Πολέμαρχος και, κυρίως, ο σοφιστής Θρασύμαχος, ενώ στα υπόλοιπα Βιβλία τα μεγαλύτερα αδέρφια του Πλάτωνα, ο Γλαύκων και ο Αδείμαντος. Όλοι οι συνομιλητές είναι ιστορικά πρόσωπα και ο δραματικός χρόνος του διαλόγου είναι η εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, πιθανότατα τα πρώτα χρόνια της Νικίειου Ειρήνης (421 π.Χ.)

Δομή και περιεχόμενο

Στην Πολιτεία αναπτύσσεται εκτενώς τόσο ο ηθικο-πολιτικός, όσο και ο μεταφυσικός στοχασμός του Πλάτωνα. Η πολύπλευρη αυτή ανάπτυξη αρθρώνεται περίτεχνα ως υποστήριξη της θέσης ότι ο βίος του δίκαιου ανθρώπου είναι προτιμότερος από τον βίο του άδικου. Η επιχειρηματολογία αυτή καταλαμβάνει τον κύριο όγκο του έργου, τα Βιβλία 2 έως 9, ενώ το 1ο Βιβλίο λειτουργεί εν είδει προλόγου και το τελευταίο, το 10ο, ως επίλογος.

Στο 1ο Βιβλίο της Πολιτείας η συζήτηση στρέφεται γύρω από τον ορισμό της δικαιοσύνης και ο ρόλος του Σωκράτη περιορίζεται, ουσιαστικά, στον έλεγχο των απόψεων των συνομιλητών του. Κυριότερη είναι αυτή του Θρασύμαχου, σύμφωνα με τον οποίον η δικαιοσύνη δεν είναι τίποτε άλλο από το συμφέρον του ισχυρότερου.

Ο διαλεκτικός αυτός αγώνας όμως δεν ικανοποιεί τον Γλάυκωνα και τον Αδείμαντο, οι οποίοι, στο 2ο Βιβλίο, ζητούν από τον Σωκράτη α) να παρουσιάσει τη δική του αντίληψη για τη δικαιοσύνη και β) να τεκμηριώσει την άποψή του, σύμφωνα με την οποία η δικαιοσύνη καθ’ αυτή αποτελεί αγαθό και συστατικό της ευτυχισμένης ζωής (357a-367e). Ο Σωκράτης αντιλαμβάνεται το αίτημα των δύο αδερφών ως πρόκληση για μια μακροσκελέστατη αναζήτηση, στην οποία μπορούμε να διακρίνουμε τρία κύρια μέρη.

Στο πρώτο μέρος (Βιβλία 2-4) ο Σωκράτης απαντά επιχειρώντας μια αναλογία μεταξύ της δίκαιης ψυχής και της δίκαιης πολιτείας. Συγκροτεί αρχικά την ιδανική πολιτεία, στην οποία διακρίνει τρεις κοινωνικές τάξεις: από τη μια αυτούς που καταγίνονται με τις οικονομικές ασχολίες κι από την άλλη τους φύλακες της πόλης, που διαιρούνται εν τέλει στην τάξη των πολεμιστών και στην τάξη των αρχόντων -τους κατ’ εξοχήν φύλακες. Η τάξη των πολεμιστών πρέπει να διαθέτει ανδρεία, οι άρχοντες σοφία, η δε ευτυχία της πολιτείας βασίζεται στην ομόνοια/σωφροσύνη που επικρατεί μεταξύ των τριών τάξεων όταν η παραγωγική τάξη και οι πολεμιστές αποδέχονται την εξουσία των αρχόντων. Σε αυτήν ακριβώς τη βάση η δικαιοσύνη ορίζεται ως η ενασχόληση της κάθε τάξης με τις δικές της ασχολίες, χωρίς να επιδιώκει την ανάμειξη στο έργο των άλλων τάξεων. Επιστρέφοντας στην ανθρώπινη ψυχή, ο Σωκράτης διακρίνει και σ’ αυτήν τρία μέρη, το επιθυμητικό, το θυμικό και το λογικό. Η αρετή του λογικού μέρους είναι η σοφία, του θυμικού το θάρρος και η ψυχική ενότητα βασίζεται στη αναγνώριση της εξουσίας του λογικού. Έτσι τεκμηριώνεται η αναλογία με την πόλη και, αντίστοιχα, η δικαιοσύνη επιτυγχάνεται όταν το κάθε μέρος της ψυχής επιτελεί το έργο που του αρμόζει χωρίς να παρεμβαίνει στα έργα των άλλων. Οι δίκαιες πράξεις είναι απλώς επακόλουθο αυτής της αρμονίας.

... το να ασχολείται κανείς με την δική του δουλειά και να μην ανακατεύεται σε πολλά πράγματα είναι δικαιοσύνη. (433a)

Έχοντας εντοπίσει τη δικαιοσύνη, ο Σωκράτης προτίθεται, σύμφωνα με το αρχικό του σχέδιο, να αντιπαραβάλει την αδικία στην ψυχή και την πόλη (Βιβλίο 5). Εντούτοις, οι συνομιλητές του παρεμβαίνουν θέτοντας δύο αιτήματα: Αφ’ ενός του ζητούν να επιμείνει στα ζητήματα οργάνωσης της δίκαιης πολιτείας τα οποία είχε παρουσιάσει στην αρχική του περιγραφή (412b-427c) και συγκεκριμένα στις καινοτόμες θέσεις του περί της κοινοκτημοσύνης μεταξύ των φυλάκων, της κατάργησης του θεσμού της οικογένειας και της ισότιμης συμμετοχής των γυναικών στις πολεμικές ασχολίες και τη διακυβέρνηση της πόλης -αίτημα το οποίο ο Σωκράτης ικανοποιεί στις επόμενες σελίδες (451c-471b). Αφ’ ετέρου τίθεται το ερώτημα περί του εφικτού της σχεδιαζόμενης πολιτείας. Ο Σωκράτης απαντά με τη ρηξικέλευθη θέση ότι η ιδανική πολιτεία είναι εφικτή εφόσον κυβερνήσουν οι φιλόσοφοι ή γίνουν φιλόσοφοι οι πολιτικοί άρχοντες (473d).

Αν οι φιλόσοφοι δεν γίνουν βασιλείς στις πόλεις, ή αυτοί που ονομάζονται σήμερα βασιλείς και δυνάστες, δεν φιλοσοφήσουν γνήσια κι όσο χρειάζεται, σε τρόπο που να συμπέσει στο ίδιο πρόσωπο και δύναμη και φιλοσοφία, ... είναι αδύνατο, φίλε μου Γλαύκων, να σταματήσει το κακό στις πόλεις και σ' όλο, νομίζω, το ανθρώπινο γένος, ουδέ να ξεφυτρώσει όσο είναι κατορθωτό και να δει το φως του ήλιου και αυτή η πολιτεία που εμείς τώρα χαράξαμε το σχέδιό της. (473c-e)

Το υπόλοιπο του Βιβλίου και τα Βιβλία 6-7 είναι αφιερωμένα στην υποστήριξη και την ανάπτυξη αυτής της θέσης, όπου ο Σωκράτης δείχνει γιατί οι φιλόσοφοι θα κυβερνήσουν καλά και είναι εφικτό να κυβερνήσουν (473c-502c), καθώς και πώς πρέπει να εκπαιδευθούν και ασκηθούν οι φύλακες ώστε να κυβερνήσουν ως φιλόσοφοι (502c-541b). Έτσι, διευκρινίζει πώς εννοεί τον φιλόσοφο, διασαφηνίζοντας τόσο το αντικείμενο της γνώσης, όσο και τη γνωστική διαδικασία. Αντιπαραθέτει στον μεταβαλλόμενο κόσμο των αισθητών τα πραγματικά αντικείμενα της γνώσης, τις αμετάβλητες Ιδέες (475e-480a, 523a-525c). Παρουσιάζει την Ιδέα του Αγαθού ως το ύψιστο αντικείμενο της φιλοσοφικής γνώσης, χρησιμοποιώντας εικόνες οι οποίες κορυφώνονται στην αλληγορία του σπηλαίου (514a-517c), όπου η σχέση των ανθρωπίνων όντων με την Ιδέα του Αγαθού παρομοιάζεται με τη σχέση αλυσοδεμένων ανθρώπων στραμμένων στο βάθος ενός σπηλαίου με τον ήλιο που λάμπει εκτός. Η πρόσβαση στην Ιδέα του Αγαθού αποτελεί την κορύφωση μιας πολύχρονης εκπαίδευσης των φυλάκων, όπου η αρχική τους μουσική και γυμναστική εκπαίδευση (η οποία έχει ήδη παρουσιαστεί στα αρχικά Βιβλία: 375b-412b) πλαισιώνεται με την αριθμητική, τη γεωμετρία, την αστρονομία, την αρμονική και συνεχίζεται με τη διαλεκτική.

Στη σφαίρα της γνώσης γίνεται ορατή, τελευταία και με μεγάλη δυσκολία, η ιδέα του Αγαθού και, σαν γίνει ορατή, πρέπει κανείς να την συλλογιστεί ως την αιτία κάθε σωστού και ωραίου πράγματος όσον αφορά όλα τα όντα ― αυτήν η οποία στον ορατό τόπο γέννησε το φως και τον άρχοντά του, και η οποία στον νοητό τόπο είναι η ίδια αρχόντισσα που δώρησε αλήθεια και νόηση και ότι την ιδέα αυτή του Αγαθού είναι απαραίτητο να την αντικρύσει όποιος μέλλει να πράξει με φρόνηση είτε στην ιδιωτική είτε στη δημόσια σφαίρα

Στο 8ο Βιβλίο επιστρέφουμε στην εξέταση της αδικίας στην πόλη και την ψυχή και τη σύγκριση του άδικου με τον δίκαιο βίο (Βιβλία 8-9). Η επικράτηση της αδικίας παρουσιάζεται σε μια θεωρία τεσσάρων διαδοχικών σταδίων εκφυλισμού από το άριστο πολίτευμα και εξετάζεται το πολίτευμα και ο ανθρώπινος χαρακτήρας που χαρακτηρίζουν το κάθε στάδιο (544a-576a). Οι άρχοντες της ιδανικής πολιτείας αναπόφευκτα κάποτε θα κάμουν λάθη στο ζήτημα της αναπαραγωγής της τάξης τους. Θα προκύψει μια μείξη χαρακτήρων που θα οδηγήσει σε συγκρούσεις και στην ανατροπή του πολιτεύματος. Το πολίτευμα που θα το διαδεχθεί, η τιμοκρατία, είναι μια μιλιταριστική κοινωνία, όπου κυριαρχεί η επιδίωξη της τιμής, της δόξας και της ισχύος. Οι συγκρούσεις που διέπουν την τιμοκρατία οδηγούν στην ανατροπή της και στην ανάδειξη της ολιγαρχίας, με μείζον μέλημα την απόκτηση πλούτου. Όμως, η διαρκώς εντεινόμενη σύγκρουση μεταξύ πλούσιων και πτωχών οδηγεί στην ανατροπή της ολιγαρχίας και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Η δημοκρατία στοχεύει στην πλήρη ελευθερία και ο δημοκρατικός άνθρωπος επιδιώκει την ικανοποίηση της κάθε επιθυμίας του. Η αχαλίνωτη ελευθερία οδηγεί στην κατάλυση του πολιτεύματος και στην επικράτηση της τυραννίας. Το τυραννικό πολίτευμα ταυτίζεται με την τέλεια αδικία και ο Σωκράτης, πλέον, επικεντρώνεται στον τύραννο και δείχνει ότι ο τύραννος, ο πιο άδικος άνθρωπος, είναι συγχρόνως και ο πιο δυστυχισμένος (576b-587b). Με το συμπέρασμα αυτό ολοκληρώνεται το εγχείρημα το οποίο είχε αναλάβει στο 2ο Βιβλίο.

Το τελευταίο Βιβλίο της Πολιτείας έχει χαλαρή λογική σχέση με τα προηγούμενα. Στο πρώτο του μέρος (595a-608b), ο Σωκράτης επανέρχεται στην κριτική της ποίησης και γενικότερα των μιμητικών τεχνών, με την οποία είχε ήδη ασχοληθεί στα αρχικά Βιβλία (376c-398b) και δείχνει ότι τα ποιητικά δημιουργήματα δεν είναι παρά απομιμήσεις απομιμήσεων, καθώς μιμούνται τα αισθητά αντικείμενα που είναι απομιμήσεις των Ιδεών. Στη συνέχεια (608c κ.ε.) συσχετίζει τη δικαιοσύνη με την αθανασία της ψυχής και, τέλος, με τον μύθο του Ηρός (615b-621d), παρουσιάζει τις ανταμοιβές του δίκαιου και την τιμωρία του άδικου ανθρώπου σ’ αυτή και στη μετά θάνατον ζωή.

Ερμηνευτικά σχόλια

Η Πολιτεία έχει καταγραφεί στον πολιτισμό μας ως το πλέον μνημειώδες πόνημα πολιτικής φιλοσοφίας. Εντούτοις, στην Πολιτεία η πραγμάτευση της πολιτικής κοινωνίας εισάγεται απλώς ως μέσον για την εξέταση της δικαιοσύνης στην ψυχή. Έτσι, αρκετοί μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι η ιδανική πολιτεία δεν αποτελεί πολιτική πρόταση του συγγραφέα, αλλά υποβοηθητικό τέχνασμα για την ανάπτυξη της πλατωνικής ηθικής θεωρίας. Η προσέγγιση αυτή όμως αδυνατεί να εξηγήσει την τεράστια έκταση και τον ολοκληρωμένο χαρακτήρα της πολιτικής πραγμάτευσης. Το όλο πρόβλημα όμως, ίσως, αναχρονιστικό, καθώς όχι μόνο στον Πλάτωνα, αλλά και ευρύτερα στον στοχασμό της κλασσικής εποχής, το ερώτημα «πώς αξίζει να ζούμε;» αποτελεί συγχρόνως το κύριο ηθικό αλλά και το κύριο πολιτικό ερώτημα, αμφισβητώντας τα όρια μεταξύ ηθικής και πολιτικής.

Η πολιτική πρόταση της Πολιτείας εμπεριέχει έκδηλα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά, τα οποία έχουν αποτελέσει αντικείμενο κριτικής ήδη στην αρχαιότητα (Αριστοτέλης), αλλά, βέβαια, και στο πλαίσιο του νεώτερου φιλελευθερισμού, με κορύφωση, ίσως, τη διάσημη δριμεία κριτική του Κ. Πόπερ. Ο αντιδημοκρατικός όμως χαρακτήρας της δεν πρέπει να μας εμποδίζει να δούμε τα καίρια ερωτήματα που καθιστούν την Πολιτεία θεμέλιο έργο της πολιτικής σκέψης: Πώς η πολιτική κοινωνία μπορεί να υπερβεί τις δομικές εσωτερικές της συγκρούσεις; Πώς μπορεί να προάγει την επιδίωξη να ζήσουμε καλά; Ποιός είναι ο ρόλος της γνώσης στα παραπάνω, πώς αυτή επιτυγχάνεται και πώς αποκτά πρακτική ισχύ; Τα ερωτήματα της Πολιτείας παραμένουν πάντοτε ανοικτά, αποτελώντας τις κρίσιμες προκλήσεις της πολιτικής φιλοσοφίας και, αναμφισβήτητα, του δημοκρατικού στοχασμού.

Συγγραφέας: Σπύρος Μπενετάτος
  • Annas, J, Εισαγωγή στη Πολιτεία του Πλάτωνα. Αθήνα, 2006.
  • Σκουτερόπουλος, Ν.Μ. Πλάτωνος Πολιτεία. Αθήνα, 2002.
  • Pappas, N. Πολιτεία του Πλάτωνα: Ένας οδηγός ανάγνωσης. Αθήνα, 2006.
Το σωκρατικό δαιμόνιο

Το σωκρατικό δαιμόνιο

Το σωκρατικό «δαιμόνιο» ήταν ο προσωπικός...

Μποναβεντούρα (Bonaventure)

Μποναβεντούρα (Bonaventure)

Ο Μποναβεντούρα (περ.1214–1274) αναπτύσσει ένα...

Πολιτικές θεωρίες του 20ου αιώνα και Πλάτων

Πολιτικές θεωρίες του 20ου αιώνα και Πλάτων

Κατά τον εικοστό αιώνα η πλατωνική φιλοσοφία διέρχεται...

Πρώτες έντυπες εκδόσεις του πλατωνικού έργου

Πρώτες έντυπες εκδόσεις του πλατωνικού έργου

Η editio princeps του συνόλου του πλατωνικού έργου...