Κατηγορία: Φιλοσοφικές θεωρίες

Γερμανικός ιδεαλισμός, εγελιανή διαλεκτική και Πλάτων

Ο γερμανικός ιδεαλισμός ανακαλύπτει εκ νέου την πλατωνική φιλοσοφία και την αναγορεύει σε διαρκή πηγή φιλοσοφικής έμπνευσης, αναγνωρίζοντάς την ως κοιτίδα της δυτικής μεταφυσικής.

Ιδεαλισμός και πλατωνισμός

Ο γερμανικός ιδεαλισμός είναι το σημαντικότερο φιλοσοφικό ρεύμα των Νέων Χρόνων. Αναπτύσσεται στη Γερμανία την περίοδο 1790-1830 και μπορεί να συνοψισθεί ως μια πολυσχιδής απόπειρα απάντησης σε ζητήματα που είχαν τεθεί με τη φιλοσοφία του Καντ. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι του γερμανικού ιδεαλισμού θεωρούνται ο Φίχτε (Johann Gottlieb Fichte, 1762-1814), ο Σέλλινγκ (Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling, 1775-1854) και ο Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel, 1770-1831). Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του ρεύματος διαδραμάτισε ο νεανικός φίλος των δύο τελευταίων και μετέπειτα μεγάλος ποιητής Χαίλντερλιν (Friedrich Hölderlin, 1770-1843), και νωρίτερα οι Γιακόμπι (Friedrich Heinrich Jacobi, 1743-1819) και Ράινχολντ (Karl Leonhard Reinhold, 1757-1823).

Παρά τις μεγάλες μεταξύ τους διαφορές, η τριάδα των “κλασικών” ιδεαλιστών συμμερίζεται την απόρριψη της θέσης του Καντ ότι η γνώση μας περιορίζεται στα φαινόμενα και δεν συλλαμβάνει τα «πράγματα καθ’ εαυτά». Επιζητούν τη σύνθεση της φιλοσοφικής γνώσης στη μορφή ενός συστήματος, του οποίου θεμελιωτική αρχή είναι το Απόλυτο – στην αλήθεια του οποίου ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να έχει πρόσβαση.

Ο γερμανικός ιδεαλισμός είναι το πρώτο φιλοσοφικό ρεύμα της νεότερης εποχής που έχει σαφή επίγνωση της ιστορικότητας της φιλοσοφίας και στρέφεται στην αρχαία φιλοσοφία με ειλικρινές και ουσιαστικό ενδιαφέρον. Κεντρική θέση έχει ο Πλάτωνας, του οποίου ωστόσο η φιλοσοφία περί το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα έχει ταυτιστεί με μια εκδοχή “πλατωνισμού” που συνενώνει στοιχεία νεοπλατωνισμού, χριστιανικής μεθερμηνείας και ρομαντικής έμφασης σε έναν υπερχειλίζοντα συναισθηματισμό. Σημαντικό ρόλο στην πρόσληψη του Πλάτωνα εκείνη την εποχή έχουν, μεταξύ άλλων, η παράφραση από τον Μέντελσον του Φαίδωνα και η έμφαση με την οποία ο Γιακόμπι αυτοπαρουσιάζεται ως πλατωνιστής, χαρακτηρίζοντας την πλατωνική φιλοσοφία «αποφασιστικά δυιστική και θεϊστική». Την ίδια περίοδο, ο Σλέγκελ (Friedrich Schlegel, 1772-1829) επιμένει σε μια ταυτότητα ποίησης και φιλοσοφίας, εξαίρει την ποιητικότητα και αισθητική αξία των πλατωνικών κειμένων και τα εμφανίζει ως απόπειρες προσέγγισης της «απειρότητας» του θείου – προετοιμάζοντας συγχρόνως την αντίληψη του Σλάιερμαχερ για τον «πλατωνικό λογοτεχνικό διάλογο».

Φίχτε, Χαίλντερλιν, Σέλλινγκ

Όσον αφορά τους ιδεαλιστές με τη στενή έννοια του όρου, η γνώση του Φίχτε για τον Πλάτωνα είναι επιφανειακή και περιορίζεται σε εγκωμιαστικές αναφορές που δεν μαρτυρούν σαφή γνώση των κειμένων. Ο Χαίλντερλιν, αντίθετα, διαμορφώνει μια συγκροτημένο εκδοχή «αισθητικού πλατωνισμού» με πολλαπλές αναφορές στον Φαίδρο και το Συμπόσιο και με έμφαση στον έρωτα και στην Ιδέα του ωραίου, η οποία συνδέεται με μια εκδοχή πανθεϊσμού του Ενός (στην οποία παραπέμπει η εμβληματική, ευρέως διαδεδομένη εκείνη την εποχή έκφραση ἓν καὶ πᾶν). Την πιο γνωστή διατύπωση του «αισθητικού πλατωνισμού» αποτελεί το λεγόμενο Παλαιότερο πρόγραμμα συστήματος του γερμανικού ιδεαλισμού» (1796/97), στο οποίο εξυμνείται «η Ιδέα που ενώνει όλες τις υπόλοιπες, η Ιδέα του ωραίου (με την υψηλότερη, πλατωνική σημασία της λέξης)» – στην οποία αποδίδεται προτεραιότητα έναντι της Ιδέας του Αγαθού.

Ο Σέλλινγκ εντυπωσιάζει το φιλοσοφικό ακροατήριο της εποχής με την ταχεία και θυελλώδη εξέλιξή του, η οποία αποτυπώνεται και σε εργασίες που αφορούν την πλατωνική φιλοσοφία. Διαβάζει τους διαλόγους στο πρωτότυπο, και σε ηλικία μόλις 17 ετών συντάσσει το 1792 μια σειρά σχολίων στον Ίωνα, αναζητώντας σε αποσπάσματά του δυνατότητες επέκτασης της έννοιας της καλλιτεχνικής ιδιοφυίας (Genie) σε κάθε μορφή πενυματικής παραγωγής. Δύο χρόνια αργότερα, μια σειρά σχολίων στον Τίμαιο θα αποτελέσει την αφορμή για την ανάπτυξη μιας δικής του πρωτότυπης εκδοχής φυσικής φιλοσοφίας, στης οποίας το επίκεντρο βρίσκονται οι πλατωνικές αντιλήψεις για τον κόσμο ως ζωντανό οργανισμό (ζῷον) και για την «ψυχή του κόσμου» – η οποία αργότερα θα εμφανιστεί στο ομώνυμο κείμενο (Von der Weltseele, 1798) ως αρχή που συνδέει οργανική και ανόργανη φύση. Η ενασχόληση του Σέλλινγκ με τον Πλάτωνα θα παραμείνει αδιάλειπτη, αλλάζοντας ωστόσο έμφαση και περιεχόμενο – παρακολουθώντας, δηλαδή, τις διαρκείς αναζητήσεις και μεταπτώσεις του ίδιου του Σέλλινγκ. Έτσι το ενδιαφέρον του θα μετατοπιστεί από τον Τίμαιο (τον οποίο για ένα διάστημα θα θεωρήσει νόθο διάλογο) και θα επικεντρωθεί κατά καιρούς σε επιμέρους θέματα τα οποία απασχολούν και τον ίδιο: ἔρως, ἀνυπόθετον, ἀνάμνησις, κάθαρσις, νοῦς, μῦθος. Σταθερή θα παραμείνει, ωστόσο, η απεριόριστη εκτίμηση που τρέφει ο Σέλλινγκ για το πλατωνικό έργο ως λίκνο της δυτικής μεταφυσικής.

Χέγκελ

Ο Χέγκελ δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Πλάτωνα «κοσμοϊστορικό άτομο», αναγνωρίζοντάς του έτσι έναν εξέχοντα ρόλο όχι μόνο εντός της ιστορίας της φιλοσοφίας αλλά και εντός της όλης παγκόσμιας ιστορίας ως ιστορίας του πνεύματος: «Με τον Πλάτωνα αρχίζει η φιλοσοφική επιστήμη ως επιστήμη». Η ενασχόληση του Χέγκελ με το πλατωνικό έργο διαρκεί αδιάλειπτη από τα μαθητικά του χρόνια έως τον θάνατό του και αποτυπώνεται τόσο στα συστηματικά του έργα (στη Φαινομενολογία του Πνεύματος, 1807, κυρίως στην Επιστήμη της Λογικής, 1812-16, καθώς και στην Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών εν συνόψει, 1817) όσο και στις περίφημες Παραδόσεις για την ιστορία της φιλοσοφίας κατά την περίοδο του Βερολίνου (1819-1830). Τον Χέγκελ ελκύει αρχικά μια πληθώρα πλατωνικών θεμάτων: η προβληματική του μύθου και της σχέσης με την παραδοσιακή θρησκεία, η μορφή του Σωκράτη, η πολιτεία ως μια ζωντανή μορφή ηθικής ολότητας, η εκδοχή μιας “καθαρής” ηθικότητας που μένει ανεπηρέαστη από τις αισθήσεις, η κοσμολογία του Τίμαιου. Σταδιακά το ενδιαφέρον του θα εντοπιστεί στους διαλόγους της ώριμης πλατωνικής περιόδου και στη διαλεκτική οντολογία των Ιδεών που εκτίθεται εκεί.

Το αληθινά θεωρησιακό [spekulativ] μέγεθος του Πλάτωνα, αυτό με το οποίο εγκαινίασε μια νέα εποχή στην ιστορία της φιλοσοφίας και συνεπώς στην παγκόσμια ιστορία εν γένει, είναι ο εγγύτερος προσδιορισμός της ιδέας – μια γνώση που μερικούς αιώνες αργότερα αποτέλεσε εν γένει το θεμελιώδες στοιχείο στη ζύμωση της παγκόσμιας ιστορίας και στη νέα διαμόρφωση του ανθρώπινου πνεύματος (Χέγκελ, W 19, σελ. 66).

Υπό την επίδραση ενδεχομένως του Σλάιερμαχερ, ο Χέγκελ υποβαθμίζει τη σημασία των αγράφων δογμάτων και τονίζει ότι «μέσα από τους διαλόγους του Πλάτωνα είμαστε πλήρως σε θέση να αναγνωρίσουμε το σύστημά του» (W 19, σελ. 25). Στο κέντρο αυτού του συστήματος βρίσκεται η Ιδέα, στην οποία ο Χέγκελ αναγνωρίζει ένα περιεχόμενο και μια λειτουργία όμοια με εκείνη της δικής του έννοιας (Begriff): «Η πλατωνική Ιδέα δεν είναι παρά το καθολικό ή, πιο συγκεκριμένα, η έννοια του αντικειμένου· πραγματικότητα έχει κάτι μόνο στην έννοιά του» (W 5, σελ. 44). Η φιλοδοξία της Επιστήμη της λογικής να αποτελέσει την «πραγματική μεταφυσική» (W 5, σελ. 16) εγγράφεται έτσι ρητά στην παράδοση του πλατωνικού ιδεαλισμού, του οποίου τις φιλοσοφικές προϋποθέσεις και συνέπειες επιχειρεί να αναπτύξει σε όλη τους την έκταση. Η πλατωνική φιλοσοφία είναι διαρκώς παρούσα κυρίως στο Πρώτο Βιβλίο («Η διδασκαλία περί του Είναι», 1812), ενώ το Δεύτερο Βιβλίο («Η διδασκαλία περί της Ουσίας», 1813) έχει περιγραφεί και ως μετάβαση από τον Πλάτωνα στον Αριστοτέλη.

Στις Παραδόσεις ο Χέγκελ θα απορρίψει με έμφαση κάθε απόπειρα “χωροθέτησης” των πλατωνικών Ιδεών σε ένα εξωπραγματικό Επέκεινα· ο «νοητός κόσμος [...] δεν βρίσκεται πέραν της πραγματικότητας, στον ουρανό, σε έναν άλλον τόπο, αλλά είναι ο πραγματικός κόσμος» (W 19, σελ. 39). Οι Ιδέες δεν απαντούν με τρόπο άμεσο εντός της συνείδησης ούτε συλλαμβάνονται μέσω μιας άμεσης «νοητικής εποπτείας» (intellektuelle Ansachauung – κατά τον τρόπο του Γιακόμπι ή του Σέλλινγκ), αλλά αποτελούν «αποτέλεσμα» της νοητικής μας δραστηριότητας, «παράγονται από τη γνώση εντός του πνεύματος» – ενώ συγχρόνως «είναι εξίσου και πραγματικές· είναι – και μόνο αυτές είναι το Είναι» (W 19, σελ. 41).

Το καθολικό μπορεί να παραχθεί και να συλληφθεί μόνο μέσω της σκέψης· υφίσταται μόνο μέσω της δραστηριότητας της νόησης. Αυτό το καθολικό περιεχόμενο προσδιορίστηκε από τον Πλάτωνα ως ιδέα (Χέγκελ, W 19, σελ. 57).

Μεγάλη εκτίμηση τρέφει ο Χέγκελ και για την πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνα, όπως δείχνουν οι πολλαπλές αναφορές του στην Πολιτεία, στην οποία βλέπει να εκτίθεται όχι ένα ουτοπικό ιδεώδες, αλλά ο πραγματικός χαρακτήρας του αρχαιοελληνικού πολιτικού «ήθους» (Sittlichkeit). Το «ήθος» αυτό συνιστά βέβαια ακόμη «υπόσταση» (Substanz) και όχι «υποκείμενο» (Subjekt), δεν έχει δηλαδή ενσωματώσει τις νεωτερικές απαιτήσεις των ανθρώπων για καθολική ελευθερία· η εμφάνιση αυτών των απαιτήσεων, της οποίας προάγγελμα θα αποτελέσει η ίδια η μορφή του Σωκράτη, θα σημάνει την κατάρρευση της ελληνικής πόλεως. Το νήμα που συνδέει τους δύο φιλοσόφους θα τονισθεί και με αφορμή την κεντρική θέση που καταλαμβάνει στην Πολιτεία το ερώτημα της δικαιοσύνης – δίνοντας το δικαίωμα στον Χέγκελ να διαπιστώσει επιδοκιμαστικά ότι «η δικαιοσύνη στην πραγματικότητα και αλήθειά της βρίσκεται αποκλειστικά εντός του κράτους» (W 19, σελ. 107).

Πλατωνική και εγελιανή διαλεκτική

Σύμφωνα με τον Γκάνταμερ, ο Χέγκελ είναι «πραγματικά ο πρώτος που συνέλαβε το βάθος της πλατωνικής διαλεκτικής», επαναφέροντας στο προσκήνιο επί μακρόν “ξεχασμένους” διαλόγους όπως ο Παρμενίδης, ο Σοφιστής και ο Φίληβος. Το πλατωνικό εγχείρημα ανάδειξης της διαλεκτικής σε μια μέθοδο διακριτή από την απλή ρητορική τεχνική και την «αντιλογική» των σοφιστών αντιμετωπίζεται από τον Χέγκελ ως συμβατό, ή και παράλληλο, με τη δική του επιδίωξη να άρει την καντιανή συσχέτιση της διαλεκτικής με την παραγωγή επίφασης (Schein) και να την αναγορεύσει σε μόνη αληθινή μέθοδο. Δεν επιτρέπεται να παραβλέψουμε, ωστόσο, ότι η εγελιανή αντίληψη της διαλεκτικής την αποσυνδέει από τη διαλογική της εκτύλιξη – γι’ αυτό και ο Χέγκελ δεν θα διστάσει να σημειώσει ότι η διαλογική μορφή δεν αποτελεί «την καλύτερη μορφή φιλοσοφικής παρουσίασης» (W 19, σελ. 24). Οι δύο εκδοχές διαλεκτικής δεν παύουν, εντούτοις, να μοιράζονται την πεποίθηση ότι η αλήθεια προϋποθέτει την ύπαρξη επιμέρους θέσεων και προκύπτει ως μια μεθοδικά οργανωμένη διαδικασία άρσης της μονομέρειας αυτών των θέσεων – χωρίς ωστόσο να τις εκμηδενίζει. Αυτή η πολλαπλότητα θέσεων εκφράζεται στον Πλάτωνα μέσα από μια πολλαπλότητα συνομιλητών που μετέχουν σε πραγματικούς διαλόγους, ενώ στον Χέγκελ θα ενταθεί λαμβάνοντας τη μορφή αντιφάσεων που είναι εγγενείς στην ίδια την πραγματικότητα.

Το χαρακτηριστικότερο δείγμα πλατωνικής διαλεκτικής εντοπίζεται από τον Χέγκελ στον Παρμενίδη, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως «το μεγαλύτερο ίσως τέχνημα της αρχαίας διαλεκτικής» (W 3, σελ. 66) και εμφανίζεται να περιέχει «την καθαρή πλατωνική θεωρία των Ιδεών» (W 19, σελ. 81), παρόλο που τελικά περιορίζεται σε ένα «αρνητικό αποτέλεσμα» (W 19, σελ. 82). Μεγαλύτερες προσδοκίες δημιουργεί ο Σοφιστής, στον οποίο ο Χέγκελ αναζητεί μορφές μιας συνθετικής λειτουργίας η οποία μετασχηματίζει την ετερότητα των επιμέρους πλευρών και προοπτικών σε μια απόλυτη ταυτότητα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η έμφαση με την οποία ο Χέγκελ υπογραμμίζει μια εκδοχή που διστακτικά εμφανίζεται στον Σοφιστή (248d-e) και που αποδίδει στις Ιδέες «κίνηση, ζωή, ψυχή και φρόνηση» (W 19, σελ. 70)· μια τέτοια “δυναμική” αντίληψη επιτρέπει στην πλατωνική διαλεκτική να εμφανιστεί ως νόμιμος πρόγονος της εγελιανής απόλυτης μεθόδου. Γενικότερα, ο Χέγκελ βλέπει στην πλατωνική διαλεκτική μια γνώση «της απόλυτης ουσίας μέσα σε καθαρές έννοιες, καθώς και την παρουσίαση της κίνησης αυτών των εννοιών», όχι όμως και μια «πλήρη συνείδηση αυτής της φύσης της διαλεκτικής» (W 19, σελ. 62).

Συγγραφέας: Παναγιώτης Θανασάς
  • Bubner, R, Das älteste Systemprogramm. Studien zur Frühgeschichte des deutschen Idealismus. Hegel-Tage Villigst 1969. Bonn, 1973.
  • Franz, M, Schellings Tübinger Platon-Studien. Göttingen, 1996.
  • Düsing, K. "Ontologie und Dialektik bei Plato und Hegel." Hegel Studien 15 (1980)
  • Eckert, M. "This Site is Under Construction: Situating Hegel’s Plato." Bulletin of the Hegel Society of Great Britain 53/54 (2006)
  • Gadamer, H.G, Hegel and the Dialectic of the Ancient Philosophers, Hegel’s Dialectic: Five Hermeneutical Studies. New Haven, 1976.
  • Griswold, C. "Reflections on ‘dialectic’ in Plato and Hegel." International Philosophical Quarterly (1982)
  • Krämer, H.J, Plato and the Foundations of Metaphysics. Albany, NY, 1990.
  • Hegel, G.W.F Vieillard-Baron, J.L. ed. . Παραδόσεις Πλατωνικής φιλοσοφίας (1825-1826). Αθήνα, 1991.
  • Rosen, S. "Self-consciousness and self-knowledge in Plato and Hegel." Hegel-Studien 9 (1974)
  • Inwood, M. "Hegel, Plato and Greek ‘Sittlichkeit’." Pelczynski, Z.A. ed. The State and Civil Society. Studies in Hegel's Political Philosophy. Cambridge, 1984.
  • Wiehl, R. "Platos Ontologie in Hegels Logik des Seins." Hegel-Studien 3 (1965)
  • Platon und Hegel zur ontologischen Begründung des Zirkels in der Erkenntnis. Tübingen.
  • Vieillard-Baron, J.L. Platon et l'idéalisme allemand (1770- 1830). Paris, 1979.
Αριστοτέλης

Αριστοτέλης

Ο σπουδαιότερος μαθητής και το αντίπαλο φιλοσοφικό δέος του...

Πλάτων και μαθηματικά

Πλάτων και μαθηματικά

Η βαθμιαία εξοικείωση του Πλάτωνα με τα μαθηματικά...

Σουχραουάρντι

Σουχραουάρντι

Ιρανός φιλόσοφος του 12ου αιώνα, ιδρυτής της σχολής του...

Κυνόσαργες

Κυνόσαργες

Το τρίτο σε σπουδαιότητα γυμνάσιο της κλασικής Αθήνας...